Μετάβαση στο περιεχόμενο

fons

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fōns (la) < πρωτοϊταλική *fontis[1] < *θontis < πιθανώς *dʰónh₂-ti-s < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰenh₂- (ρέω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfõːs/ (κλασική λατινική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: fōns

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fōns, -tis (la) αρσενικό

  1. νερό που αναβλύζει από την γη· η πηγή
    αρχαία ελληνική: κρήνη
  2. (ποιητικό, συνήθως στον πληθυντικό) το νερό ή τα ύδατα ενός ποταμού, θάλασσας κτλ.
  3. (μετωνυμία) πηγάδι, κρήνη ή δεξαμενή (μεγάλο δοχείο όπου συλλέγεται νερό)
  4. (χριστιανισμός) κολυμβήθρα βαπτίσματος
  5. (κατ’ επέκταση) η πηγή ή προέλευση ενός ποταμού
  6. (μεταφορικά) το θεμέλιο, βασική αρχή, αιτία
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική fons fontēs
γενική fontis fontium
δοτική fontī fontibus
αιτιατική fontem fontēs
κλητική fons fontēs
αφαιρετική fonte fontibus
(γ' κλίση)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

fōns (λατινικά)
Κληρονομημένοι

δημώδη λατινικά: fontem αρσενικό
ιταλικά: fonte θηλυκό
πορτογαλικά: fonte θηλυκό

Δανεισμοί

αγγλικά: font
ιντερλίνγκουα: fonte

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. fons, σελ. 230 - Ντε Βάαν, Μιχίλ (2008), Ετυμολογικό λεξικό της λατινικής και άλλων ιταλικών γλωσσών (Λέιντεν ινδοευρωπαϊκή σειρά ετυμολογικών λεξικών; 7), Λέιντεν, Βοστώνη: Μπριλλ (στα αγγλικά) →ISBN 978-90-04-16797-1