funèbre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

funèbre < λατινική funebris

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
funèbre funèbres

funèbre (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. σχετικός με την κηδεία
     συνώνυμα: funéraire, mortuaire
  2. σχετικός με το θάνατο
     συνώνυμα: mortuaire
  3. πένθιμος
     συνώνυμα: funeste, lugubre, noir, sinistre
     αντώνυμα: gai, plaisant, riant