πένθιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πένθιμος πένθιμη πένθιμο
γενική πένθιμου πένθιμης πένθιμου
αιτιατική πένθιμο πένθιμη πένθιμο
κλητική πένθιμε πένθιμη πένθιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πένθιμοι πένθιμες πένθιμα
γενική πένθιμων πένθιμων πένθιμων
αιτιατική πένθιμους πένθιμες πένθιμα
κλητική πένθιμοι πένθιμες πένθιμα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πένθιμος < αρχαία ελληνική πένθιμος < πένθος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πένθιμος

  1. που είναι σχετικός με το πένθος
  2. (κατ’ επέκταση) λυπηρός, θλιβερός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]