give out
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | give out |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | gives out |
| αόριστος | gave out |
| παθητική μετοχή | given out |
| ενεργητική μετοχή | giving out |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]give out (en)
- μοιράζω, δίνω κάτι σε πολύ κόσμο
Whenever you give out sweets, you always miss me.
- Όταν μοιράζεις γλυκά πάντα με παραλείπεις.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη distribute
- ανακοινώνω, δημοσιεύω
- διανέμω
- εξαντλούμαι
- αποτυγχάνω