gorączka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική gorączka gorączki
γενική gorączki gorączek
δοτική gorączce gorączkom
αιτιατική gorącz gorączki
οργανική gorącz gorączkami
τοπική gorączce gorączkach
κλητική gorączko gorączki

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

gorączka 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

gorączka (pl) θηλυκό

  1. ο πυρετός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]