gris

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό gris gris
θηλυκό grise grises

gris (fr)

  1. γκρι, σταχτής
  2. (μεταφορικά) ελαφρά μεθυσμένος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: gai, ivre, pompette

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

gris (fr) αρσενικό

  1. το χρώμα γκρι, το σταχτί
  2. ένας χαρακτηριστικός χρωματισμός του τριχώματος ενός αλόγου που αποτελείται από άσπρες, μαύρες, και άλλες τρίχες
  3. γκρι ενδύματα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παροιμίες[επεξεργασία]



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

gris (es)



Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

gris (sv)