hog
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| hog | hogs |
hog (en)
- (θηλαστικό ζώο) το γουρούνι
- (αργκό) μεγάλη μοτοσικλέτα
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | hog |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | hogs |
| αόριστος | hogged |
| παθητική μετοχή | hogged |
| ενεργητική μετοχή | hogging |
hog (en)