μοτοσικλέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μοτοσικλέτα οι μοτοσικλέτες
      γενική της μοτοσικλέτας των μοτοσικλετών
    αιτιατική τη μοτοσικλέτα τις μοτοσικλέτες
     κλητική μοτοσικλέτα μοτοσικλέτες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοτοσικλέτα < γαλλική motocyclette

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοτοσικλέτα θηλυκό και μοτοσυκλέτα

  1. δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα, ιδιαίτερα αυτό που έχει κυβισμό μεγαλύτερο των 50cc, διακρινόμενο έτσι από το μοτοποδήλατο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]