μοτοσικλέτα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μοτοσικλέτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική motocyclett(e) + κατάληξη θηλυκού -α, με επίθημα -έτα. Δείτε και cycle (κύκλος).[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mo.to.siˈkle.ta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μο‐το‐σι‐κλέ‐τα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μοτοσικλέτα θηλυκό και μοτοσυκλέτα
- δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα, ιδιαίτερα αυτό που έχει κυβισμό μεγαλύτερο των 50cc, διακρινόμενο έτσι από το μοτοποδήλατο
- ※ Επί ποδός πολέμου βρίσκονται εκατομμύρια ιδιοκτήτες σκούτερ στην Ιταλία, μετά την απόφαση της ιταλικής κυβέρνησης για απαγόρευση της κυκλοφορίας στο κέντρο των πόλεων κάθε βέσπας, μοτοσικλέτας και μοτοσακού που δεν ανταποκρίνεται στις αυστηρές προδιαγραφές εκπομπής καυσαερίων της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
- «Ο διωγμός ενός θρύλου», tovima.gr (25 Οκτωβρίου 1998/24 Νοεμβρίου 2008)· πρόσβαση: 2021-09-25).
- ※ Επί ποδός πολέμου βρίσκονται εκατομμύρια ιδιοκτήτες σκούτερ στην Ιταλία, μετά την απόφαση της ιταλικής κυβέρνησης για απαγόρευση της κυκλοφορίας στο κέντρο των πόλεων κάθε βέσπας, μοτοσικλέτας και μοτοσακού που δεν ανταποκρίνεται στις αυστηρές προδιαγραφές εκπομπής καυσαερίων της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- μοτοποδήλατο, μοτοσακό
- Harley (αγγλικά)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μοτοσικλέτα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -α, θηλυκό (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -έτα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)