γουρούνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οικόσιτη γουρούνα (Sus scrofa) με το γουρουνόπουλο της.

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γουρούνι τα γουρούνια
      γενική του γουρουνιού των γουρουνιών
    αιτιατική το γουρούνι τα γουρούνια
     κλητική γουρούνι γουρούνια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γουρούνι < μεσαιωνική ελληνική γουρούνι(ν), γουρούνιον < *γρούνιν με ανάπτυξη [u], υποκοριστικού του αρχαίου *γρώνη (που υπάρχει στη λακωνική διάλεκτο, και στον πληθυντικό (Ησύχιος: γρωνάδες: θήλειαι σύες)[1]) που ίσως σχετίζεται με το ηχομιμητικό άκλιτο γρῦ για τη φωνή του χοίρου[2][3]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣuˈɾu.ni/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γουρούνι ουδέτερο

  1. (ζωολογία) είδος οικόσιτου θηλαστικού, ο χοίρος, το είδος Sus scrofa domesticus
  2. (υβριστικό) ο άνθρωπος που είναι
    1. βρώμικος
    2. άξεστος, αγενής, κτηνώδης
    3. λαίμαργος, τρώει άτσαλα
    4. χοντρός

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. <γρωνάδες>· θήλειαι σύες (Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Γ)
  2. «γουρούνι» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  3. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γουρούνι < δείτε την Ετυμολογία στο 'γουρούνι'

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γουρούνι ουδέτερο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]