κτηνώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική κτηνώδης κτηνώδης κτηνώδες
γενική κτηνώδους κτηνώδους κτηνώδους
αιτιατική κτηνώδη κτηνώδη κτηνώδες
κλητική κτηνώδη(ς) κτηνώδης κτηνώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κτηνώδεις κτηνώδεις κτηνώδη
γενική κτηνωδών κτηνωδών κτηνωδών
αιτιατική κτηνώδεις κτηνώδεις κτηνώδη
κλητική κτηνώδεις κτηνώδεις κτηνώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κτηνώδης < κτήνος + -ώδης

Open book 01.svg Επίθετο[]

κτηνώδης, -ης, -ες

  1. εξαιρετικά βίαιος και αποκρουστικός
    κτηνώδης ενέργεια
  2. τεράστιος ως προς τη δύναμη
    κτηνώδης δύναμη


32πχ Μεταφράσεις[]