σκρόφα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκρόφα σκρόφες
γενική σκρόφας σκροφών
αιτιατική σκρόφα σκρόφες
κλητική σκρόφα σκρόφες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκρόφα < μεταγενέστερη ελληνική σκρόφα < λατινική scrofa, αγριόχοιρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σκρόφα θηλυκό

  1. το θηλυκό γουρούνι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γουρούνα
  2. υβριστικός χαρακτηρισμός που απευθύνεται σε μία γυναίκα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: παλιογυναίκα
  3. (μεταφορικά) πόρνη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πουτάνα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]