σῦς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σῦς σύε σύες - σῦς
Γενική συός συοῖν συῶν
Δοτική συΐ συοῖν συσί(ν)
Αιτιατική σῦν σύε σύας - σῦς
Κλητική σῦ σύε σύες - σῦς

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σῦς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sū- (“γουρούνι”)· συγγενές με το (λατινικά) sus και τα (αγγλικά) swine, sow

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σῦς αρσενικό ή θηλυκό

  1. (ζωολογία) γουρούνι, χοίρος
  2. (ζωολογία) κάπρος
  3. θηλυκό: (ζωολογία) γουρούνα, σκρόφα

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]