Schwein

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Schwein < από ιαπετική ρίζα, συγγενές με την αρχαία ελληνική συς, τη λατινική sus και την αγγλική swine

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Schwein 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Schwein Schweine
γενική Schwein(e)s Schweine
δοτική Schwein(e) Schweinen
αιτιατική Schwein Schweine

Schwein (de) (πληθυντικός Schweine) ουδέτερο

  1. (ζωολογία) γουρούνι, χοίρος
  2. χοιρινό κρέας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: Schweinefleisch
  3. απαξιωτικός χαρακτηρισμός για βρώμικους ή ανήθικους ανθρώπους, βρισιά
    Du Schwein!

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]