Schwein

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Schwein < από ιαπετική ρίζα, συγγενές με την αρχαία ελληνική συς, τη λατινική sus και την αγγλική swine

Προφορά[επεξεργασία]

Schwein 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Schwein Schweine
γενική Schwein(e)s Schweine
δοτική Schwein(e) Schweinen
αιτιατική Schwein Schweine

Schwein (de) (πληθυντικός Schweine) ουδέτερο

  1. (ζωολογία) γουρούνι, χοίρος
  2. χοιρινό κρέας
     συνώνυμα: Schweinefleisch
  3. απαξιωτικός χαρακτηρισμός για βρώμικους ή ανήθικους ανθρώπους, βρισιά
    Du Schwein!

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]