Μετάβαση στο περιεχόμενο

honour

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
honour honours

honour (en) (βρετανική γραφή) & honor (ΗΠΑ)

  • η τιμή
    παράδειγμα  He is a man with honour.
    Είναι άνθρωπος με τιμή.
    παράδειγμα  a reception in your honour - δεξίωση προς τιμήν σου

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
ενεστώτας honour
γ΄ ενικό ενεστώτα honours
αόριστος honoured
παθητική μετοχή honoured
ενεργητική μετοχή honouring

honour (en) (βρετανική γραφή) και honor (αμερικανικό)

  1. τιμώ
    παράδειγμα  Honour your parents.
    Τίμα τους γονείς σου.
     συνώνυμα: respect
  2. βραβεύω, απονέμω βραβείο
    παράδειγμα  They honoured the author for her work.
    Βράβευσαν τη συγγραφέα για το έργο της.
    παράδειγμα  The athlete was honoured as athlete of the year.
    Ο αθλητής βραβεύτηκε ως κορυφαίος της χρονιάς.
    παράδειγμα  They will honour the winners tomorrow.
    Θα βραβεύσουν τους νικητές αύριο.