immaculate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: immaculate, inaccurate, inoculate

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

immaculate (en)

  1. αγνός
  2. αναμάρτητος
  3. άμωμος
    Immaculate Conception
    η Άμωμη Σύλληψη
  4. άψογος
  5. αψεγάδιαστος