άμωμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική άμωμος άμωμη άμωμο
γενική άμωμου άμωμης άμωμου
αιτιατική άμωμο άμωμη άμωμο
κλητική άμωμε άμωμη άμωμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άμωμοι άμωμες άμωμα
γενική άμωμων άμωμων άμωμων
αιτιατική άμωμους άμωμες άμωμα
κλητική άμωμοι άμωμες άμωμα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άμωμος < αρχαία ελληνική ἄμωμος

Επίθετο[επεξεργασία]

άμωμος, -η, -ο

  1. άψογος, άμεμπτος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δόγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, σύμφωνα με το οποίο η Μαρία, η μητέρα του Ιησού Χριστού, διατηρήθηκε από τον Θεό άμωμη από την κηλίδα του προπατορικού αμαρτήματος κατά την σύλληψή της

Μεταφράσεις[επεξεργασία]