ingenium

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ingenium < in- + gigno + -ium

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /inˈɡe.ni.um/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ingenium (la) ουδέτερο

  1. η φύση (κάποιου πράγματος)
  2. ήθος, χαρακτήρας
  3. πνεύμα
  4. ευφυΐα

Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική ingenium ingenia
γενική ingeniī ingeniōrum
δοτική ingeniō ingeniīs
αιτιατική ingenium ingenia
κλητική ingenium ingenia
αφαιρετική ingeniō ingeniīs
(β' κλίση)

Πηγές[επεξεργασία]