Μετάβαση στο περιεχόμενο

insolite

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
insolite < λατινική insolitus < solere, συνηθίζω να

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
insolite insolites

insolite (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

για πρόσωπα

Αντώνυμα

[επεξεργασία]