interested

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Μετοχή αορίστου (past participle) - Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

  • ενδιαφερόμενος, που ενδιαφέρεται, που τον ενδιαφέρει

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • interested in something: ενδιαφέρομαι για κάτι (χρήση πρόσθεσης: in)
  • ψευδοέκφραση, διότι προκύπτει ως διατύπωση: interested to infinitive verb: ενδιαφέρομαι να κάνω κάτι που το εκφράζω με απαρέμφατο [ρήμα] (συστατικό σχηματισμού απαρέμφατου/infinitive verb: to ➡ αφορά το ρήμα που έπεται και όχι την επιθετική μετοχή interested)