Μετάβαση στο περιεχόμενο

intuition

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
intuition intuitions

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
intuition < μέση γαλλική intuition

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˌɪn.tjʊˈɪ.ʃən/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

intuition (en)

  1. η διαίσθηση, ενστικτώδης αντίληψη, ενόραση, απροσδιόριστη γνώση αυτού που δεν μπορεί να αποδειχτεί με τη λογική ή αυτού που δεν υπάρχει ακόμη
    παράδειγμα  She has an intuition for always doing the right thing.
    Έχει μια διαίσθηση να κάνει πάντα το σωστό.
    παράδειγμα  I trust my intuition.
    Πιστεύω στη διαίσθηση μου.
     συνώνυμα: sixth sense, instinct
  2. το προαίσθημα, καθετί που αισθάνεται κάποιος εκ των προτέρων ότι θα συμβεί
    παράδειγμα  I got a lottery ticket because I had a good intuition.
    Πήρα ένα λαχείο, γιατί είχα καλό προαίσθημα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη premonition
  3. (φιλοσοφία) διαίσθηση, μια μορφή άμεσης γνώσης ή αντίληψης, που προέρχεται από την αισθητηριακή εμεπειρία και είναι απαραίτητη για την κατανόηση του κόσμου. Ο Καντ διακρίνει δύο είδη διαίσθησης: την αισθητηριακή και την νοητική. Η αισθητηριακή διαίσθηση προέρχεται από την δεκτικότητα του ανθρώπινου νου και σχετίζεται με την αισθητηριακή επίδραση των αντικειμένων, ενώ η νοητική διαίσθηση, η οποία είναι καθαρά ιδεατή, αναφέρεται στις έννοιες και τις κατηγορίες της νόησης.

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
intuition < λατινική intuitio

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɛ̃.tɥi.sjɔ̃/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

intuition (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]