jest

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

jest (en)

  1. αστειεύομαι, πειράζω



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

jest 

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

jest (pl)

  • γ' ενικό πρόσωπο του ρήματος być