kłódka

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική kłódka kłódki
γενική kłódki kłódek
δοτική kłódce kłódkom
αιτιατική kłód kłódki
οργανική kłód kłódkami
τοπική kłódce kłódkach
κλητική kłódko kłódki

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkwutka/
kłódka 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kłódka (pl) θηλυκό

  1. το λουκέτο