λουκέτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λουκέτο λουκέτα
γενική λουκέτου λουκέτων
αιτιατική λουκέτο λουκέτα
κλητική λουκέτο λουκέτα
ένα λουκέτο με τα κλειδιά του

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λουκέτο < ιταλική lucchetto < γαλλική loquet, υποκοριστικό της (αρχαία γαλλικά) loc < πρωτογερμανικά *luką

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lu.ˈcε.tɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

το λουκέτο ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]