kasta

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική kasta kasty
γενική kasty kast
δοτική kaście kastom
αιτιατική kastę kasty
οργανική kastą kastami
τοπική kaście kastach
κλητική kasto kasty

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈka.sta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kasta (pl) θηλυκό

  1. η κάστα