kit

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kit (en)

  1. κιτ, σετ συναρμολόγησης (παιχνίδι, έπιπλο, ... το οποίο παραδίδεται σε κομμάτια)
  2. γατάκι (συντομευμένη μορφή του kitten)
  3. (ΗΒ) (αργκό) ρούχο



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

kit < αγγλική kit

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kit (fr)

  • κιτ, κάτι έτοιμο να συναρμολογηθεί (παιχνίδι, έπιπλο, ...).



Βοσνιακά (bs) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kit (bs)



Σλοβενικά (sl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kit (sl) αρσενικό