klin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βοσνιακά (bs)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

klin (bs) αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]



Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

klin (sr)

  • λατινική γραφή του клин



Σερβοκροατικά (sh)[επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

klin < πρωτοσλαβική *klinъ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /klîn/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

klin (sh) (κυριλλική γραφή: клин)

Κλίση[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ονομαστική klin klinovi
γενική klina klinova
δοτική klinu klinovima
αιτιατική klin klinove
κλητική kline klinovi
τοπική klinu klinovima
οργανική klinom klinovima