krowa

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική krowa krowy
γενική krowy krów
δοτική krowie krowom
αιτιατική krowę krowy
οργανική krową krowami
τοπική krowie krowach
κλητική krowo krowy

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkrɔva/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

krowa (pl) θηλυκό

  1. (ζωολογία) η αγελάδα