Μετάβαση στο περιεχόμενο

lasting

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός lasting
συγκριτικός more lasting
υπερθετικός most lasting

lasting (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

lasting (en)