leading

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

leading (en)

  • μετοχή ενεστώτα του ρήματος lead

Επίθετο[επεξεργασία]

leading (en)

  1. ηγετικός, που οδηγεί, που είναι μπροστά
  2. ηγούμενος
  3. κορυφαίος
    leading standards of reliability - κορυφαία πρότυπα αξιοπιστίας
  4. (κατ’ επέκταση) κύριος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

leading (en)

  1. οδήγηση, καθοδήγηση
  2. (τυπογραφία) διάστιχο