leading

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

leading (en)

  1. που οδηγεί, που είναι μπροστά
  2. (κατ’ επέκταση) κύριος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

leading (en)

  1. οδήγηση, καθοδήγηση
  2. (τυπογραφία) διάστιχο