lekcja
Εμφάνιση
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | lekcja | lekcje |
| γενική | lekcji | lekcji(/lekcyj) |
| δοτική | lekcji | lekcjom |
| αιτιατική | lekcję | lekcje |
| οργανική | lekcją | lekcjami |
| τοπική | lekcji | lekcjach |
| κλητική | lekcjo | lekcje |
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈlɛkt͡s̑ʲja/
- ⓘ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]lekcja (pl) θηλυκό
- το μάθημα