lekcja

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική lekcja lekcje
γενική lekcji lekcji(/lekcyj)
δοτική lekcji lekcjom
αιτιατική lekc lekcje
οργανική lekc lekcjami
τοπική lekcji lekcjach
κλητική lekcjo lekcje

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈlɛkʦ̑ʲja/
lekcja 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lekcja (pl) θηλυκό

  1. το μάθημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]