maniac

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

maniac (en)

  1. ο μανιακός, που υποφέρει από μια μανία
  2. ο μανιακός (με κάτι, φανατικός)