Μετάβαση στο περιεχόμενο

outrage

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
outrage outrages

outrage (en)

  1. εξοργιστική προσβολή, κακοήθης επίθεση
  2. θυμός, οργή εξαιτίας μιας προσβολής
ενεστώτας outrage
γ΄ ενικό ενεστώτα outrages
αόριστος outraged
παθητική μετοχή outraged
ενεργητική μετοχή outraging

outrage (en) (μεταβατικό)

  • εξοργίζω, αγανακτώ, εξαγριώνω, θυμώνω έντονα
    παράδειγμα  He was outraged at the way he had been treated.
    Εξοργίστηκε με τον τρόπο που του φέρθηκαν.
    παράδειγμα  He was outraged by the court’s decision.
    Ήταν εξοργισμένος με την απόφαση του δικαστηρίου.
    παράδειγμα  She was outraged and blew up.
    Αγανάκτησε και ξέσπασε.
    παράδειγμα  We were outraged by the injustice.
    Αγανακτήσαμε για την αδικία.
    παράδειγμα  His lie outraged me.
    Το ψέμα του με εξαγρίωσε.
    παράδειγμα  He stormed out of the meeting, outraged.
    Έφυγε εξαγριωμένος από τη συνάντηση.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη enrage



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
outrage outrages

outrage (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]