outrage
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| outrage | outrages |
outrage (en)
- εξοργιστική προσβολή, κακοήθης επίθεση
- θυμός, οργή εξαιτίας μιας προσβολής
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | outrage |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | outrages |
| αόριστος | outraged |
| παθητική μετοχή | outraged |
| ενεργητική μετοχή | outraging |
outrage (en) (μεταβατικό)
- εξοργίζω, αγανακτώ, εξαγριώνω, θυμώνω έντονα
He was outraged at the way he had been treated.
- Εξοργίστηκε με τον τρόπο που του φέρθηκαν.
He was outraged by the court’s decision.
- Ήταν εξοργισμένος με την απόφαση του δικαστηρίου.
She was outraged and blew up.
- Αγανάκτησε και ξέσπασε.
We were outraged by the injustice.
- Αγανακτήσαμε για την αδικία.
His lie outraged me.
- Το ψέμα του με εξαγρίωσε.
He stormed out of the meeting, outraged.
- Έφυγε εξαγριωμένος από τη συνάντηση.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη enrage
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| outrage | outrages |
outrage (fr) αρσενικό
- η περιύβριση, η προπηλάκιση, ο προπηλακισμός