εξοργιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξοργιστικός εξοργιστική εξοργιστικό
γενική εξοργιστικού εξοργιστικής εξοργιστικού
αιτιατική εξοργιστικό εξοργιστική εξοργιστικό
κλητική εξοργιστικέ εξοργιστική εξοργιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξοργιστικοί εξοργιστικές εξοργιστικά
γενική εξοργιστικών εξοργιστικών εξοργιστικών
αιτιατική εξοργιστικούς εξοργιστικές εξοργιστικά
κλητική εξοργιστικοί εξοργιστικές εξοργιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξοργιστικός < εξοργίζω + -τικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ksɔɾ.ʝi.sti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εξοργιστικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]