ozdoba

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ozdoba ozdoby
γενική ozdoby ozdób
δοτική ozdobie ozdobom
αιτιατική ozdobę ozdoby
οργανική ozdobą ozdobami
τοπική ozdobie ozdobach
κλητική ozdobo ozdoby

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔzˈdɔba/
ozdoba 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ozdoba (pl) θηλυκό

  1. το στολίδι
  2. το κόσμημα