pigeon

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

pigeon
Columba guinea

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pigeon (en)

  1. (ορνιθολογία) το περιστέρι
  2. (μεταφορικά) το κορόιδο, το θύμα ή ο στόχος μιας απάτης, όπου ο απατεώνας έχει αποκτήσει πριν την εμπιστοσύνη του θύματος



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

pigeon 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pigeon pigeons

pigeon (fr) αρσενικό

  1. (ορνιθολογία) το περιστέρι
  2. (μεταφορικά) το κορόιδο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: dindon

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]