piscina

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

piscina < piscis < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *pisḱ-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

piscina (la) θηλυκό

Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική piscina piscinae
γενική piscinae piscinārum
δοτική piscinae piscinīs
αιτιατική piscinam piscinās
κλητική piscina piscinae
αφαιρετική piscinā piscinīs
(α' κλίση)


Πηγές[επεξεργασία]


Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

piscina < λατινική piscina

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

piscina (it) θηλυκό, πληθυντικός: piscine