plunge
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | plunge |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | plunges |
| αόριστος | plunged |
| παθητική μετοχή | plunged |
| ενεργητική μετοχή | plunging |
Ρήμα
[επεξεργασία]plunge (en)
- κάνω βουτιά, βουτώ
- (αμετάβατο, για τιμές, θερμοκρασίες, κτλ.) πέφτω κατακόρυφα και ραγδαία
- (μεταβατικό) ξεβουλώνω κάτι με αναρρόφηση