pool

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pool (en)

  1. μικρή λίμνη, λιμνούλα
     συνώνυμα: puddle
  2. πισίνα
     συνώνυμα: swimming pool
  3. μπιλιάρδο (με στοίχημα)
     συνώνυμα: pocket billiards, pool billiards
  4. (πληροφορική) σύνολο ομοειδών πόρων που είναι έτοιμοι για χρήση σε ένα υπολογιστικό σύστημα
    thread pool

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

pool 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pool (nl)