pralka
Εμφάνιση
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | pralka | pralki |
| γενική | pralki | pralek |
| δοτική | pralce | pralkom |
| αιτιατική | pralkę | pralki |
| οργανική | pralką | pralkami |
| τοπική | pralce | pralkach |
| κλητική | pralko | pralki |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]pralka < prać
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pralka (pl) θηλυκό
- το πλυντήριο
- włożyć / wrzucić coś do pralki, prać coś w pralce - βάζω / ρίχνω κάτι στο πλυντήριο, πλένω κάτι στο πλυντήριο