relieved

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  1. ανακουφισμένος, ξαλαφρωμένος
  2. (μεταφορικά) που μόλις αφόδευσε ή ούρησε, φρεσκοχεσμένος, φρεσκοκατουρημένος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • freed from anxiety