rufa

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Rufa

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική rufa rufy
γενική rufy ruf
δοτική rufie rufom
αιτιατική rufę rufy
οργανική rufą rufami
τοπική rufie rufach
κλητική rufo rufy

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈru.fa/
rufa 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

rufa (pl) θηλυκό

  1. πρύμνη

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]