scout

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Αγγλικά (en) [edit]

Open book 01.svg Ρήμα[edit]

scout (en)

  1. ο πρόσκοπος, αυτός που αναζητά, ερευνά, ψάχνει, που περιπολεί.

Γαλλικά (fr) [edit]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

scout < αγγλική scout < παλαιά γαλλική escoute (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

ενικός πληθυντικός
scout scouts

scout (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο πρόσκοπος

Αναγραμματισμοί[edit]



Ιταλικά (it) [edit]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

scout (it)

  1. ο πρόσκοπος