silent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsaɪlənt/
 

Επίθετο[επεξεργασία]

silent (en)

  1. ήσυχος, χωρίς καθόλου ήχο ή θόρυβο
    silent night - σιωπηλή νύχτα
  2. βωβός
    a silent' film - ταινία βωβού [κινηματογράφου]
  3. σιωπηλός
    you have the right to remain silent - λείπει η μετάφραση