sob

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sob (en)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sob (en)

  1. (αμετάβατο) κλαίω με λυγμούς, πλαντάζω ηχηρά στο κλάμα
  2. (μεταβατικό) λέω κάτι ενώ κλαίω με λυγμούς