sob

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sob (en)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sob (en)

  1. (αμετάβατο) κλαίω με λυγμούς, πλαντάζω ηχηρά στο κλάμα
  2. (μεταβατικό) λέω κάτι ενώ κλαίω με λυγμούς