sob
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| sob | sobs |
sob (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | sob |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | sobs |
| αόριστος | sobbed |
| παθητική μετοχή | sobbed |
| ενεργητική μετοχή | sobbing |
sob (en)
- (αμετάβατο) κλαίω με λυγμούς, πλαντάζω ηχηρά στο κλάμα
- (μεταβατικό) λέω κάτι ενώ κλαίω με λυγμούς