split
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| split | splits |
split (en)
- η διάσπαση
At the last moment, the split of the party was averted.
- Την τελευταία στιγμή αποσοβήθηκε η διάσπαση του κόμματος.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | split |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | splits |
| αόριστος | split |
| παθητική μετοχή | split |
| ενεργητική μετοχή | splitting |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
split (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) χωρίζω, διασπώ, κατανέμω, χωρίζω κάτι σε δύο ή περισσότερα μέρη
The river splits the city in two.
- Το ποτάμι χωρίζει την πόλη στα δύο.
At one point the road splits into two.
- Σε ένα σημείο ο δρόμος χωρίζεται στα δύο.
Split the sheet of paper into four.
- Χώρισε το φύλλο του χαρτιού στα τέσσερα.
Scientists succeeded in splitting the nucleus of the atom.
- Οι επιστήμονες πέτυχαν να διασπάσουν τον πυρήνα του ατόμου.
The curriculum will be split over two semesters.
- Η διδακτέα ύλη θα κατανεμηθεί σε δύο εξάμηνα.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη divide
- (μεταβατικό) μοιράζομαι, επιμερίζω, κατανέμω, χωρίζω κάτι σε δύο ή περισσότερα μέρη και το μοιράζομαι μεταξύ διαφορετικών ανθρώπων, δραστηριοτήτων κτλ.
He splits rent with his roommate.
- Μοιράζεται το νοίκι με το συγκάτοικό του.
When you travel with friends, you can always split the cost.
- Όταν ταξιδεύετε με φίλους, μπορείτε πάντα να μοιράζεστε/επιμερίζετε το κόστος.
They split duties between/amongst the staff.
- Κατανέμουν καθήκοντα μεταξύ του προσωπικού.
- ≈ συνώνυμα: share
- (μεταβατικό και αμετάβατο) διχάζω, χωρίζω, διασπώ, χωρίζω τους ανθρώπους σε μικρότερες ομάδες που έχουν πολύ διαφορετικές απόψεις
Opinions are split over/on this matter.
- Οι γνώμες διχάζονται σ' αυτό το θέμα.
The issue split the village down the middle.
- Το θέμα δίχασε το χωριό στη μέση.
The court was split 2 to 2.
- Το δικαστήριο διχάστηκε 2 προς 2.
The committee split over government subsidies.
- Η επιτροπή διχάστηκε για τις κρατικές επιδοτήσεις.
The committee appears split on the measures that should be taken.
- Η επιτροπή παρουσιάζεται διχασμένη ως προς τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν.
This issue is splitting the family.
- Αυτό το θέμα χωρίζει την οικογένεια.
The party split into factions.
- Το κόμμα χωρίστηκε σε ομάδες.
The party/trade union movement was split.
- Διασπάστηκε το κόμμα/το συνδικαλιστικό κίνημα.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) σκίζω κάτι κατά μήκος μιας ευθείας γραμμής
His jacket was split at the seams.
- Το σακάκι του σκίστηκε στις ραφές.
I accidentally split my pants.
- Έσκισα κατά λάθος το παντελόνι μου.
The cushion split open and sent feathers everywhere.
- Το μαξιλάρι σκίστηκε και σκόρπισε πούπουλα παντού.
He split the packet open and poured out a handful of peanuts.
- Έσκισε το σακουλάκι και έβγαλε μια χούφτα φιστίκια.
- (μεταβατικό) σκίζω, κόβω το δέρμα κάποιου και το κάνω να ματώσει
How did you split your lip?
- Πώς έσκισες το χείλος σου;