Μετάβαση στο περιεχόμενο

split

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
split splits

split (en)

  • η διάσπαση
    παράδειγμα  At the last moment, the split of the party was averted.
    Την τελευταία στιγμή αποσοβήθηκε η διάσπαση του κόμματος.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
ενεστώτας split
γ΄ ενικό ενεστώτα splits
αόριστος split
παθητική μετοχή split
ενεργητική μετοχή splitting
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

split (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) χωρίζω, διασπώ, κατανέμω, χωρίζω κάτι σε δύο ή περισσότερα μέρη
    παράδειγμα  The river splits the city in two.
    Το ποτάμι χωρίζει την πόλη στα δύο.
    παράδειγμα  At one point the road splits into two.
    Σε ένα σημείο ο δρόμος χωρίζεται στα δύο.
    παράδειγμα  Split the sheet of paper into four.
    Χώρισε το φύλλο του χαρτιού στα τέσσερα.
    παράδειγμα  Scientists succeeded in splitting the nucleus of the atom.
    Οι επιστήμονες πέτυχαν να διασπάσουν τον πυρήνα του ατόμου.
    παράδειγμα  The curriculum will be split over two semesters.
    Η διδακτέα ύλη θα κατανεμηθεί σε δύο εξάμηνα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη divide
  2. (μεταβατικό) μοιράζομαι, επιμερίζω, κατανέμω, χωρίζω κάτι σε δύο ή περισσότερα μέρη και το μοιράζομαι μεταξύ διαφορετικών ανθρώπων, δραστηριοτήτων κτλ.
    παράδειγμα  He splits rent with his roommate.
    Μοιράζεται το νοίκι με το συγκάτοικό του.
    παράδειγμα  When you travel with friends, you can always split the cost.
    Όταν ταξιδεύετε με φίλους, μπορείτε πάντα να μοιράζεστε/επιμερίζετε το κόστος.
    παράδειγμα  They split duties between/amongst the staff.
    Κατανέμουν καθήκοντα μεταξύ του προσωπικού.
     συνώνυμα: share
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) διχάζω, χωρίζω, διασπώ, χωρίζω τους ανθρώπους σε μικρότερες ομάδες που έχουν πολύ διαφορετικές απόψεις
    παράδειγμα  Opinions are split over/on this matter.
    Οι γνώμες διχάζονται σ' αυτό το θέμα.
    παράδειγμα  The issue split the village down the middle.
    Το θέμα δίχασε το χωριό στη μέση.
    παράδειγμα  The court was split 2 to 2.
    Το δικαστήριο διχάστηκε 2 προς 2.
    παράδειγμα  The committee split over government subsidies.
    Η επιτροπή διχάστηκε για τις κρατικές επιδοτήσεις.
    παράδειγμα  The committee appears split on the measures that should be taken.
    Η επιτροπή παρουσιάζεται διχασμένη ως προς τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν.
    παράδειγμα  This issue is splitting the family.
    Αυτό το θέμα χωρίζει την οικογένεια.
    παράδειγμα  The party split into factions.
    Το κόμμα χωρίστηκε σε ομάδες.
    παράδειγμα  The party/trade union movement was split.
    Διασπάστηκε το κόμμα/το συνδικαλιστικό κίνημα.
  4. (μεταβατικό και αμετάβατο) σκίζω κάτι κατά μήκος μιας ευθείας γραμμής
    παράδειγμα  His jacket was split at the seams.
    Το σακάκι του σκίστηκε στις ραφές.
    παράδειγμα  I accidentally split my pants.
    Έσκισα κατά λάθος το παντελόνι μου.
    παράδειγμα  The cushion split open and sent feathers everywhere.
    Το μαξιλάρι σκίστηκε και σκόρπισε πούπουλα παντού.
    παράδειγμα  He split the packet open and poured out a handful of peanuts.
    Έσκισε το σακουλάκι και έβγαλε μια χούφτα φιστίκια.
  5. (μεταβατικό) σκίζω, κόβω το δέρμα κάποιου και το κάνω να ματώσει
    παράδειγμα  How did you split your lip?
    Πώς έσκισες το χείλος σου;

Παράγωγα

[επεξεργασία]