διάσπαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάσπαση < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάσπαση θηλυκό

  1. ο χωρισμός (ενός όλου) σε μερικά κομμάτια
    η αποχώρηση του βουλευτή απ' το κόμμα μαζί με τους υποστηρικτές του ήταν αναμενόμενη εδώ και καιρό, καθώς και η συνακόλουθη διάσπαση του κόμματος
  2. (χημεία) η διάλυση ενός σύνθετου μορίου και η εμφάνιση απλούστερων
    η διάσπαση του μορίου του νερού σε υδρογόνο και οξυγόνο επιτυγχάνεται με ηλεκτρόλυση
     συνώνυμα: αποσύνθεση
     αντώνυμα: σύνθεση

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]