stage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

stage (en)

  1. η σκηνή του θεάτρου
  2. το στάδιο, (φάση, βαθμίδα μιας εξελικτικής διαδικασίας)
  3. το επίπεδο σε ένα παιχνίδι
  4. η παλιά επιβατική άμαξα που εκτελεί δρομολόγια
     συνώνυμα: stagecoach



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

stage < μεσαιωνική και θρησκευτική λατινική stagium < αρχαία γαλλική estage, «διαμονή»

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /staʒ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
stage stages

stage (fr) αρσενικό

  1. σταζ
  2. πρακτική άσκηση
    Dans le roman « L’emploi du temps » de Michel Butor, écrit en 1956, le narrateur, Jacques Revel, passe un stage d’un an à Bleston, ville anglaise imaginaire