Μετάβαση στο περιεχόμενο

standardized

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός standardized
συγκριτικός more standardized
υπερθετικός most standardized

standardized (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

standardized (en)