streak

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

streak (en)

  1. γυμνοδρομώ
  2. streak: έρχομαι βολίδα, περνάω σφαίρα || streak in: εισέρχομαι βολίδα