Μετάβαση στο περιεχόμενο

summarily

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός summarily
συγκριτικός more summarily
υπερθετικός most summarily

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
summarily < summary + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

summarily (en)

  1. συνοπτικά, περιληπτικά, σε σύντομο χρονικό διάστημα
    παράδειγμα  He referred to the prior events summarily.
    Aναφέρθηκε στα προγενέστερα γεγονότα περιληπτικά.
     συνώνυμα: briefly
  2. με συνοπτικές διαδικασίες